Τσίπρας: Το πραγματικό «Μητσοτάκης effect» το βλέπουμε σήμερα σε όλες τις αρνητικές πρωτιές για τη χώρα μας στον πληθωρισμό και την ενεργειακή κρίση

Ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία στην ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ

Κυρίες και κύριοι, σας ευχαριστώ θερμά. Να ευχηθώ και εγώ καλή επιτυχία στα νέα μέλη μετά τις αρχαιρεσίες που κάνατε. Στα νέα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, στον επανεκλεγέντα Πρόεδρο. Και να πω ότι ακολουθείτε λίγο τα βήματά μας, βγάλατε 5 γυναίκες στις 22, αν δεν κάνω λάθος. Έχετε ακόμα δρόμο, γιατί εμείς υιοθετήσαμε την ισόποση συμμετοχή φύλου στα κομματικά όργανα. Και νομίζω ότι ήταν μια πολύ πρωτοπόρος απόφαση αυτή και ελπίζω να την ακολουθήσουν και άλλα κόμματα και άλλοι φορείς κοινωνικοί.

Δεν είναι η πρώτη φορά που απευθύνομαι σε εσάς, που απευθύνω ομιλία στην Ετήσια Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου σας. Γνωριζόμαστε καλά. Όπως καλά γνωρίζουμε και τις διαφωνίες μας. Επί τεσσεράμισι χρόνια, ως πρωθυπουργός, είχα τη θεσμική υποχρέωση να συνεργάζομαι μαζί σας και γνωρίζω καλά τις απόψεις σας, όπως καλά γνωρίζετε και τις δικές μου απόψεις.

Και επί τεσσεράμισι χρόνια, θα μου επιτρέψετε να πω ότι η κριτική σας στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επικεντρώθηκε πολλές φορές στα ζητήματα της φορολογίας, ιδιαίτερα της φορολογίας των κερδών, των μερισμάτων, αλλά και του μη μισθολογικού κόστους, σε αυτό είχαμε ανοιχτά αυτιά. Επικεντρώθηκε και στα θέματα που αφορούν το θεσμικό πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, της αγοράς εργασίας, την παρέμβαση του κράτους στην αγορά.

Και ήταν ορισμένες φορές τόσο έντονη αυτή η κριτική, που έκανε ορισμένους από εσάς να παραβλέπουν και σημαντικές επιτυχίες που δεν ήταν καθόλου δεδομένες για την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Όπως η έξοδος από την οκταετή επιτροπεία, η ρύθμιση του δημόσιου χρέους, η επιστροφή στις διεθνείς αγορές χρήματος, η επαναφορά της οικονομίας σε σταθερή αναπτυξιακή τροχιά, το απόθεμα έκτακτης ανάγκης των 37 δισ. περίπου ως κάλυψη και ανάχωμα για πιθανούς μελλοντικούς κινδύνους.

Ακόμη και τη συνεπαγόμενη όλων των παραπάνω μείωση των επιτοκίων δανεισμού, ορισμένοι -και από τον δικό σας κλάδο– δεν την απέδωσαν σε όσα με πολύ κόπο και θυσίες πετύχαμε, αλλά την απέδωσαν 3 χρόνια πριν στην κυβερνητική αλλαγή που ακολούθησε αυτές τις σημαντικές επιτυχίες. Ήταν, κάποιοι που λέγανε εάν θυμάστε τότε, τρία χρόνια πριν, ότι η μείωση των spreads οφείλεται στο λεγόμενο Μητσοτάκης effect.

Η ανάδειξη δηλαδή μιας νέας κυβέρνησης που ασπάζεται νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, έλεγαν ότι είναι αυτή που άμα τη εμφανίσει της, ξαφνικά, άλλαξε όλη την εικόνα της ελληνικής οικονομίας.

Σήμερα θέλω να αναρωτηθώ εδώ ενώπιόν σας, αν ισχύει αυτός ο ισχυρισμός, τίνος το effect είναι αυτό που τροφοδοτεί σήμερα όλες τις αρνητικές πρωτιές στον πληθωρισμό και την ενεργειακή κρίση για τη χώρα μας;

Τίνος το effect τροφοδοτεί το ράλι στα spreads που χθες ανέβηκαν κατά 300 μονάδες βάσης; Τρία χρόνια μετά και με οδυνηρό για τη χώρα τρόπο, αποδεικνύεται δυστυχώς ότι οι οικονομικές συνταγές που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία το 2009 δεν είναι ικανές να δώσουν ώθηση προοπτικής και ευημερίας στη μεταμνημονιακή μεν, αλλά εύθραυστη, παραμένει εύθραυστη, ελληνική οικονομία του 2022.

Η επιλεκτική μείωση της φορολογίας για τα μερίσματα και τα κέρδη κάποιων εταιρειών, η πλήρης απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, η δογματική απουσία του κράτους από το κρίσιμο ρόλο του να ρυθμίζει και να ελέγχει την αγορά, η διατήρηση σε επίπεδα πολύ χαμηλά, σε επίπεδα φτώχειας του κατώτατου μισθού για 2 και πλέον έτη, προκειμένου να μένει χαμηλό το μισθολογικό κόστος. Όλα αυτά δεν αποτέλεσαν τελικά συνταγή επιτυχίας. Το αντίθετο.

Και αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας, το πραγματικό effect αυτής της κυβέρνησης δεν ήταν όταν η οικονομία απολάμβανε τα οφέλη της δουλειάς της προηγούμενης κυβέρνησης, αλλά σήμερα, τρία χρόνια μετά που βιώνουμε τα αποτελέσματα των επιλογών της νέας κυβέρνησης, που κυβερνάει ήδη 3 χρόνια.

Και ποιο είναι αυτό το πραγματικό effect; Το βλέπουμε στον πληθωρισμό, το βλέπουμε στην ενεργειακή κρίση, στην πρωτοφανή ανασφάλεια που βιώνει η ελληνική κοινωνία σε όλα τα επίπεδα. Τόσο από την εκτόξευση του κόστους διαβίωσης όσο όμως και εξαιτίας της πρωτοφανούς έντασης στα γεωπολιτικά, της πρωτοφανούς έντασης με τη γείτονα χώρα, την Τουρκία.

Η επίδραση της κυβέρνησης του κ. Μητσοτάκη στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής δυσχεραίνει τα προβλήματα, πολλαπλασιάζει το βάρος και τις συνέπειες υπαρκτών κρίσεων και δημιουργεί νέες.

Θα μου πείτε, βέβαια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ευθύνεται για την ενεργειακή κρίση; Όχι. Αλλά η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη είναι αυτή που με τις στρατηγικές της επιλογές πολλαπλασίασε τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης. Τη διόγκωσε την ενεργειακή κρίση.

Όπως ακριβώς και στην πανδημία, ακόμα ένα παγκόσμιο πρόβλημα κατέληξε να έχει πολύ μεγαλύτερες συνέπειες στην Ελλάδα απ’ ότι στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών.

Είναι αυτό τυχαίο; Είμαστε πρωταθλητές στην τιμή του ρεύματος και των καυσίμων. Είναι αυτό τυχαίο; Πρώτοι με διαφορά στην ευρωζώνη στον ενεργειακό πληθωρισμό. 39% αυξήθηκαν οι τιμές στα τιμολόγια του ρεύματος στην ευρωζώνη κατά μέσο όρο, 61% στην Ελλάδα. Είναι αυτό τυχαίο;

Ο πληθωρισμός στη χώρα μας καταρρίπτει το ένα αρνητικό ρεκόρ μετά το άλλο, επιστρέφει στα επίπεδα που βρισκόταν εδώ και 30 χρόνια. Στο 11,3% τον Μάιο, σημαντικά υψηλότερος σε σχέση με τον μέσο όρο στην υπόλοιπη Ευρώπη. Είναι αυτό τυχαίο;

Και το ερώτημα είναι: Γιατί συνέβη αυτό; Στο ένα σκέλος της απάντησης είναι η αδράνεια. Εδώ και δύο χρόνια, τόσο εμείς στη Βουλή όσο και το σύνολο των φορέων της παραγωγής, προειδοποιούμε για το τι έρχεται, καταθέτουμε προτάσεις.

Η κυβέρνηση αγνόησε τους πάντες. Επέμεινε στο να θεωρεί ότι η ακρίβεια είναι ένα πρόσκαιρο παροδικό φαινόμενο. Όπως αγνόησε τους πάντες και στο θέμα της ενεργειακής στρατηγικής. Στο θέμα της απολιγνιτοποίησης.

Εκεί που αντί για σχέδιο, είχαμε μια ανερμάτιστη στρατηγική η οποία οδηγεί τη χώρα να προσδεθεί όχι σε κάποια πράσινη μορφή ενέργειας, αλλά στο εισαγόμενο και πλέον πάρα πολύ ακριβό φυσικό αέριο. Αντικατέστησε το ένα ορυκτό καύσιμο, με ένα άλλο, ακόμα πιο ακριβό.

Στο άλλο σκέλος της ερώτησης, αν στο ένα σκέλος η απάντηση είναι η αδράνεια, στο άλλο σκέλος της απάντησης βρίσκονται οι ιδεολογικές εμμονές. Η εμμονή σε πολιτικές που απέτυχαν και στο παρελθόν, χρεοκόπησαν και που θέλουν το κράτος να παρακολουθεί ή ακόμη και να υποτάσσεται στις απαιτήσεις των ιδιωτικών συμφερόντων.

Η εμμονή, για παράδειγμα, να ιδιωτικοποιηθεί η ΔΕΗ, εν μέσω ενεργειακής κρίσης. Η εμμονή να μπαίνει η χρηματιστηριακή αξία πάνω από τον κοινωνικό ρόλο μιας δημόσιας επιχείρησης κοινής ωφέλειας.

Όταν όμως η εμμονή γίνεται στρατηγική, τότε στα κρίσιμα, όταν έρχονται τα κρίσιμα, τα όπλα που έχεις για να κάνεις πολιτική λιγοστεύουν. Όταν το κράτος γίνεται θεατής της παραγωγής, τότε γίνεται και θεατής στην αυθαιρεσία της αγοράς.

Χωρίς ισχυρούς ελεγκτικούς και ρυθμιστικούς μηχανισμούς στην αγορά. Κάνοντας τελικά πλάτες στην αισχροκέρδεια, ζημιώνοντας το δημόσιο συμφέρον και τελικά εξοβελίζοντας τις υγιείς δυνάμεις της παραγωγής και της αγοράς που θέλουν να παίξουν δίκαια και να ανταγωνιστούν με βάση το παραγόμενο προϊόν ή τις υπηρεσίες τους.

Και αν η επίδραση, το effect, της πολιτικής Μητσοτάκη στην οικονομία μας δίνει αυτές τις αρνητικές πρωτιές, στην εξωτερική πολιτική τα πράγματα είναι λίγο χειρότερα. Διότι μας οδηγεί σε ένα πρωτοφανές κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας.

Η χώρα μας από μέρος της λύσης που ήταν διαχρονικά, μετατρέπεται σε μέρος της κρίσης.

Από πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας, που ήταν σε μια δύσκολη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, μετατρέπεται σε προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης. Και μάλιστα αφύλακτο φυλάκιο, γιατί αν ποτέ χρειαστεί, ο μη γένοιτο, να υπερασπιστούμε τη κυριαρχία μας, ας μην έχουμε αυταπάτες: μόνοι μας θα είμαστε.

Η ενεργή εμπλοκή μας, με αποστολή οπλισμού – και μάλιστα βαρέως οπλισμού- στην Ουκρανία, οπλισμού που μεταφέρεται στην Ουκρανία από τα νησιά και από τη μεθόριο, μας κατατάσσει δυστυχώς στις άμεσα εμπλεκόμενες στην πολεμική αντιπαράθεση χώρες. Την ίδια στιγμή που οι γείτονές μας αν και σύμμαχοι στην ίδια συμμαχία, ούτε καν τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας δεν υποχρεούνται να εφαρμόσουν.

Η Ελλάδα πληρώνει βαρύ οικονομικό τίμημα από κυρώσεις που από ό,τι φαίνεται πλήττουν βαρύτερα αυτόν που τις επιβάλλει από ό,τι αυτόν που τις υφίσταται. Στέλνει βαρύ οπλισμό στην Ουκρανία εναντίον της Ρωσίας, ενώ την ίδια στιγμή δεν έχει λάβει καμία εγγύηση ασφαλείας έναντι της Τουρκικής προκλητικότητας.

Και αυτά είναι τα αποτελέσματα μιας ΙΧ εξωτερικής πολιτικής. Που άλλαξε το δόγμα όλων των τελευταίων κυβερνήσεων και μας οδηγεί σε μια πρωτοφανή κλιμάκωση και σε μια πρωτοφανή ανασφάλεια. Με προφανείς βεβαίως τις συνέπειες και στην οικονομία, ιδίως αν αυτό το κλίμα της έντασης κλιμακωθεί περαιτέρω.

Σήμερα, λοιπόν, δεν θέλω απλά να καταθέσω εδώ στη συνέλευσή σας τις απόψεις και τις διαφωνίες μου με τις κρίσιμες κυβερνητικές επιλογές στην οικονομία και την εξωτερική πολιτική. Σήμερα θέλω να κρούσω τον κώδωνα του κινδύνου. Γιατί οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι από την επιπόλαιη διαχείριση στην εξωτερική πολιτική, ΙΧ διαχείριση, και από την εμμονική διαχείριση στην οικονομία, νομίζω ότι ξεπερνάνε τις όποιες διαφωνίες έχουμε. Γιατί μπορεί να μετατραπούν σε κινδύνους υπαρξιακούς για τη χώρα.

Για μεν τα θέματα ασφάλειας δεν θέλω να επεκταθώ. Αλλά ακόμη και αν η αντιπαράθεση με τους γείτονές μας μείνει στο ρητορικό επίπεδο και δεν κλιμακωθεί, οι συνέπειες θα είναι εξαιρετικά αρνητικές και για την οικονομία, ιδίως το καλοκαίρι.

Για τα δε θέματα της οικονομίας, θέλω μόνο να επισημαίνω τον κίνδυνο της κοινωνικής κρίσης, που είναι ορατός ξανά στη χώρα για πρώτη φορά μετά από σχεδόν μια δεκαετία. Η διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής είναι μια συνθήκη που τη βιώσαμε πρόσφατα πολύ σκληρά και δεν γίνεται να επιτρέψουμε να επαναληφθεί.

Και, ξέρετε, η ακρίβεια είναι μια πραγματικότητα που δεν κάνει μόνο τους φτωχούς φτωχότερους, αλλά το σύνολο του ενεργού παραγωγικού δυναμικού της χώρας. Τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους αυτοαπασχολούμενους, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το σύνολο δηλαδή αυτού που ονομάζουμε συνήθως μεσαία τάξη.

Και συρρικνώνει και αδρανοποιεί την παραγωγική βάση της χώρας, ενώ τώρα είναι ανάγκη, στη μεταπανδημική περίοδο, να πετύχουμε μια πολύπλευρη και δυναμική αναπτυξιακή ώθηση.

Μαζί λοιπόν με τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι συνέπειες αγγίζουν και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Οι συνέπειες αγγίζουν και τη βιομηχανία – όπως πολύ εύστοχα επισημάνει εδώ και μήνες με στοιχεία που παρουσιάζει η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας.

Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι η χώρα χρειάζεται και οι καιροί απαιτούν άμεση αλλαγή στρατηγικής στην οικονομία και την εξωτερική πολιτική. Ισχυρίζομαι – το ξέρετε – ότι η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή και μια νέα προοδευτική κυβέρνηση που θα ενισχύει την ανάπτυξη, που θα προστατεύει την κοινωνική συνοχή, θα εγγυάται την κοινωνική ειρήνη, την ασφάλεια και την προοπτική για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.

Χρειαζόμαστε ένα άμεσο και ριζοσπαστικό σχέδιο ουσιαστικής ανάσχεσης του κύματος της ακρίβειας που κατατρώει το εισόδημα και γιγαντώνει το παραγωγικό κόστος των επιχειρήσεων με ρύθμιση των ολιγοπωλιακών κλάδων της οικονομίας, με ισχυροποίηση των ρυθμιστικών αρχών και ενίσχυση συμμετοχών σε επιχειρήσεις δημοσίου συμφέροντος, όπως η ΔΕΗ, και κατάλληλο σχήμα διοίκησης με σαφή πολιτική εντολή για συγκράτηση των τιμών. Αυτό που εμείς ονομάζουμε επαναφορά του «Δ» στον τίτλο της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού.

Θέσπιση αυστηρών ελέγχων και κανόνων στην αγορά, θέσπιση πλαφόν στα κέρδη στη χονδρική των παραγωγών ενέργειας, αναστολή -αν χρειαστεί- του χρηματιστηρίου ενέργειας. Σε κάθε περίπτωση, έμφαση στην προθεσμιακή αγορά και τα διμερή συμβόλαια στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας για τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, ειδικά τις περισσότερο ενεργοβόρες, με στόχο τη μείωση του κόστους ενέργειας και τη σταθερότητα στις τιμές.

Και από εκεί και πέρα, φυσικά, οφείλουμε να προχωρήσουμε στην αλλαγή της εθνικής ενεργειακής μας στρατηγικής. Με χρονική μετάθεση της απολιγνιτοποίησης, με σοβαρό και αξιόπιστο σχέδιο απεξάρτησης από τον λιγνίτη, με την προώθηση της αποκέντρωσης στην παραγωγή ενέργειας σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αγρότες, νοικοκυριά και ενεργειακές κοινότητες μειώνοντας δραστικά το κόστος.

Με την προώθηση του μοντέλου που έχει ονομαστεί “prosumer” από το producer και consumer, δηλαδή ταυτόχρονα παραγωγός και καταναλωτής ενέργειας, που είναι πλέον και ευρωπαϊκή προτεραιότητα και προσφέρει λύσεις δραματικής μείωσης του κόστους ενέργειας σε σύντομο χρονικό διάστημα σε όλα τα παραγωγικά υποκείμενα και στα νοικοκυριά. Για τον σκοπό βεβαίως αυτό θα απαιτηθούν και χρηματοδοτικές διευκολύνσεις, θεσμικά μέτρα ενδυνάμωσης των ενεργειακών κοινοτήτων και διευκόλυνσης των κάθε είδους συνεργασιών και μέτρα διασφάλισης του απαραίτητου χώρου στο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας.

Κρίσιμο επίσης ζήτημα για μας είναι η στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα, με την ανάπτυξη της συνεταιριστικής οικονομίας και της συνεργασίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μεταξύ τους ανά κλάδο και μεταξύ κλάδων, ώστε να έχουμε οφέλη οικονομίας κλίμακας και μείωση του κόστους παραγωγής.

Κρίσιμο και επιτακτικό, επίσης, να καταπολεμήσουμε τη μεγάλη φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή και να διευρύνουμε τη φορολογική βάση, να ρυθμίσουμε την φορολόγηση της περιουσίας στο πλαίσιο μιας συνολικότερης πολιτικής μείωσης των ανισοτήτων στη χώρα.

Να μειώσουμε τη γραφειοκρατία στη λειτουργία των επιχειρήσεων με απλοποίηση των διαδικασιών. Όσο το δυνατόν πιο απλούς αλλά και κοινούς κανόνες που θα τηρούνται με αυστηρότητα.

Και ειδικότερα για τον κλάδο της βιομηχανίας είναι απαραίτητο να ξαναγυρίσουμε στις κλαδικές πολιτικές στο πλαίσιο της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, με στόχο σταδιακά την αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής με προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Όλα αυτά βεβαίως έχουν σημασία, όπως είπα αρχικά, σε ένα περιβάλλον ασφάλειας και σταθερότητας. Γι’ αυτό η Ελλάδα πρέπει να γίνει ξανά μέρος της λύσης. Να αποκτήσει ξανά μια νέα εθνική στρατηγική με επαναφορά της εθνικής γραμμής που για χρόνια είχε η χώρα. Να είναι δηλαδή πυλώνας σταθερότητας και εγγυητής της ειρήνης και της ασφάλειας.

Με απεμπλοκή από την αποστολή όπλων στο μέτωπο της Ουκρανίας. Με ενεργητική πολιτική εξωτερική για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης στην Ουκρανία και τον τερματισμό των όποιων κυρώσεων που πλήττουν πρωτίστως την ευρωπαϊκή οικονομία.

Με την επαναφορά -ένα τελευταίο αλλά όχι ύστατο, σημαντικό- των διαύλων επικοινωνίας με τη γείτονα Τουρκία. Διότι οι διαφορές μας και η μία και σημαντική μας διαφορά που αφορά την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα, πρέπει να επιδιώξουμε να λυθεί στη βάση του διεθνούς δικαίου στο Δικαστήριο της Χάγης. Και όχι με εντάσεις που μπορεί να μας οδηγήσουν σε δρόμους χωρίς επιστροφή.

Φίλες και φίλοι, τα προβλήματα στη χώρα μας είναι πολλά και μεγάλα. Είναι κρίσιμα αλλά δεν είναι ανυπέρβλητα. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Αλλά τις πολιτικές επιλογές είναι στο χέρι μας να τις αλλάξουμε. Και αυτό πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε.

Λένε πολλοί ότι οι πιο ενδιαφέρουσες περίοδοι για την ανθρωπότητα είναι τα χρόνια μετά τις μεγάλες κρίσεις. Εκεί που ναι μεν, όπως πάντα οι μεγάλες ιδέες ανταγωνίζονται, αλλά πάντα η μία πλευρά έχει ένα πλεονέκτημα: Την πραγματικότητα με το μέρος της.

Η πραγματικότητα λοιπόν, σήμερα, όσο και αν αυτό κάποιους τους δυσαρεστεί, θέτει στο επίκεντρο των εξελίξεων ξανά το κράτος. Αλλά θέλω να είμαι σαφής: Όσο λάθος είναι το «κράτος ως τύραννος», άλλο τόσο και πιο πολύ είναι και το «κράτος ως κομπάρσος» για την οικονομία και την κοινωνία.

Ο επανασχεδιασμός της παραγωγής, η διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, η διαμόρφωση προοπτικών ευημερίας για την πλειοψηφία της κοινωνίας και των επιχειρήσεων δεν μπορεί παρά να περνά μέσα από ένα σχέδιο. Ένα σχέδιο που για το κράτος συνεπάγεται δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις.

Δικαίωμα στο να ενισχύει παραγωγικές δραστηριότητες που ενισχύουν τόσο την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και την περιβαλλοντική ισορροπία, υποχρέωση στο να παρέχει πόρους, ασφαλές επενδυτικό και ρυθμιστικό πλαίσιο και να αίρει τα εμπόδια για την δέουσα και δίκαιη λειτουργία της αγοράς.

Την ίδια στιγμή, οφείλει να διαμορφώνει και το κοινωνικό περιβάλλον για την ανάπτυξη της οικονομίας. Κοινωνικό κράτος, καλά σχολεία, καλά πανεπιστήμια, καλά νοσοκομεία, δημόσιοι χώροι, δομές πολιτισμού, χώροι άθλησης.

Το κράτος λοιπόν, όπως μια επιχείρηση, για να μιλήσω στη δική σας γλώσσα, επενδύει στις υποδομές της, οφείλει να κάνει το ίδιο, με αντάλλαγμα κάτι πολύ μεγαλύτερο από το κέρδος: Την κοινωνική ειρήνη και συνοχή.

Αυτές είναι οι υποδομές, εκεί είναι οι στρατηγικές επενδύσεις, αν θέλετε, που πρέπει να κάνει το κράτος ώστε η αγορά να λειτουργήσει ομαλά και η οικονομία να ανθίσει στη βάση μιας κοινωνίας που νιώθει ασφάλεια για το σήμερα και προοπτική για το αύριο.

Άφησα για το τέλος μια επισήμανση, που καλό είναι, ιδίως όταν μιλάμε στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ, άρα η συζήτησή μας επικεντρώνεται στα οικονομικά, έτσι είθισται, να μη την ξεχνάμε.

Η δημοσιονομική πρόκληση που μας εξάντλησε τα προηγούμενα χρόνια είναι σε ύφεση σήμερα, χάρις στη ρύθμιση του χρέους που πετύχαμε. Αλλά δεν είναι παντελώς απούσα. Και η βιωσιμότητα του χρέους, που με πολλούς κόπους και θυσίες του ελληνικού λαού εξασφαλίστηκε, τα τελευταία χρόνια και εξαιτίας της πανδημίας αλλά και της διαχείρισης των πόρων που έδωσε τη δυνατότητα με τη ρήτρα διαφυγής η Ευρωπαϊκή Ένωση να επενδύσουμε στην οικονομία, έχει υπονομευθεί, ξανά, η βιωσιμότητα του χρέους.

Οι κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ προβλέπουν συνέχιση αναστολής της ρήτρας διαφυγής από το Σύμφωνο Σταθερότητας και για το 2023, συνιστούν πιο περιοριστικό πλαίσιο για την Ελλάδα και για χώρες με υψηλό χρέος.

Εισηγούνται για τη χώρα μας πλεονάσματα υψηλότερα από εκείνα που είχαν συμφωνηθεί και φάνταζαν σε όλους πολύ μεγάλα, κατά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, αυτό το κατά μέσο όρο 2,2%.

Η δημοσιονομική κυριαρχία λοιπόν πρέπει να διασφαλιστεί εκ νέου. Αλλά αυτή πρέπει να επιδιωχθεί πρωτίστως με την επιτάχυνση της ανάπτυξης και την δίκαιη και ισόρροπη κατανομή του οφέλους της και όχι με τη μεγιστοποίηση των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Η Ελλάδα λοιπόν πρέπει να διεκδικήσει στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, με συμμαχίες με άλλες χώρες που αντιμετωπίζουν όμοια προβλήματα, ώστε να δοθεί περισσότερος χρόνος και περισσότεροι πόροι για τη στήριξη της κοινωνικής συνοχής, με επέκταση της ρήτρας διαφυγής, με επέκταση και ανασχεδιασμό του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης.

Με αυτές τις σκέψεις, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω εκ νέου για τη πρόσκληση και τη δυνατότητα που μου δώσατε και φέτος να απευθυνθώ στη Γενική σας Συνέλευση. Και να σας αποχαιρετήσω εκφράζοντας μια συγκρατημένη αισιοδοξία.

Όπως είπα μπαίνοντας στον Πρόεδρό σας, τα πράγματα είναι εξαιρετικά άσχημα, αλλά μπορούν να γίνουν πολύ χειρότερα, αν συνεχίσουμε στον ίδιο αδιέξοδο δρόμο.

Μια νέα αρχή για τη χώρα όμως κατά την άποψή μου, είναι αναγκαία, αποτελεί εθνική και κοινωνική ανάγκη και πιστεύω ότι μπορούμε να την πετύχουμε.

Για να επιστρέψει στον τόπο η ασφάλεια και η προοπτική. Για να δουλέψουν ξανά οι μηχανές της παραγωγής. Για να βρει ξανά η Ελλάδα τη χαμένη της αυτοπεποίθηση.

Σας ευχαριστώ πολύ, να είστε καλά. Και του χρόνου!

Δημοφιλή

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Στη λαϊκή αγορά της Κρεμαστής ο Γ. Νικητιάδης: Ακρίβεια και αυξημένο κόστος πιέζουν επαγγελματίες

Τα ζητήματα που απασχολούν καθημερινώς τους ανθρώπους των λαϊκών...

Γ. Νικητιάδης: Ιστορική στιγμή για τη Νίσυρο η ένταξή της στα Παγκόσμια Γεωπάρκα της UNESCO

Την ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίησή του για την επίσημη...