Λίγες μέρες αφότου η ΡΑΑΕΥ ενέκρινε την εγκατάσταση δύο νέων αεριοστροβιλικών μονάδων στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Σορωνής, συνολικής ισχύος 30 MW, με καύση συμβατικού καυσίμου, επειδή το δίκτυο της Ρόδου εμφανίζει έλλειμμα ισχύος περίπου 27,5 MW, έκλεισε στις 25 Ιουνίου 2026 η δημόσια διαβούλευση επί του αναθεωρημένου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ). Οι δύο ειδήσεις δεν είναι άσχετες μεταξύ τους. Είναι η ίδια ιστορία από δύο διαφορετικές πλευρές, και αξίζει να μείνει στη δημόσια συζήτηση τώρα που το ΥΠΕΝ επεξεργάζεται τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν, πριν το πλαίσιο οριστικοποιηθεί.
Η χρονική αυτή σύμπτωση δεν είναι μεμονωμένη: το ΕΧΠ-ΑΠΕ οριστικοποιείται παράλληλα με δύο ακόμη Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια που βρίσκονται σε εξέλιξη, για τον Τουρισμό και για τη Βιομηχανία και την Εφοδιαστική Αλυσίδα, και τα τρία μαζί θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό πώς θα οργανωθεί ο εθνικός χώρος τα επόμενα χρόνια.
Η Ρόδος θα καίει ορυκτό καύσιμο τουλάχιστον μέχρι το 2030, οπότε αναμένεται να ολοκληρωθεί η μεγάλη υποθαλάσσια διασύνδεση των Δωδεκανήσων με το ηπειρωτικό σύστημα, ένα έργο κόστους περίπου 3 δισεκατομμυρίων ευρώ. Στο ενδιάμεσο διάστημα, κάθε MW αποκεντρωμένης παραγωγής που θα μπορούσε να παραχθεί τοπικά θα ελάφρυνε ακριβώς αυτό το έλλειμμα. Κι όμως, το σχέδιο ΕΧΠ-ΑΠΕ που τέθηκε σε διαβούλευση δεν έδινε καμία θεσμική προτεραιότητα σε αυτόν τον δρόμο. Είναι το ίδιο ερώτημα που το πλαίσιο δεν απαντά καθόλου: όταν ένα αιολικό ή ένα φωτοβολταϊκό πάρκο εγκαθίσταται σε ένα νησί των Δωδεκανήσων, ποιος ωφελείται από αυτό;
Η απάντηση, σήμερα, είναι σχεδόν πάντα η ίδια. Ωφελείται ο επενδυτής, το δίκτυο, και τα στατιστικά της ενεργειακής μετάβασης. Σπανίως ο τόπος που δέχεται την εγκατάσταση, σπανίως η κοινότητα που ζει δίπλα της, σπανίως το νησί που αλλάζει το τοπίο του και δέχεται τις επιπτώσεις για δεκαετίες.
Το ΕΧΠ-ΑΠΕ οργανώνει τον εθνικό χώρο με κριτήρια φέρουσας ικανότητας, ζώνες αποκλεισμού, ελάχιστες αποστάσεις. Είναι εργαλεία σωστά ως προς τη λογική τους, αλλά ανεπαρκή για έναν νησιωτικό χώρο σαν τη Δωδεκάνησο, όπου το ίδιο κομμάτι γης μπορεί ταυτόχρονα να είναι πόρος ενέργειας, πόρος τουρισμού, πόρος πρωτογενούς παραγωγής και ο μοναδικός ορίζοντας που βλέπει κάθε πρωί ένα χωριό. Το σχέδιο αναγνωρίζει, σε επίπεδο αρχών, ότι θα πρέπει να υπάρχει όφελος για τις τοπικές κοινωνίες. Όμως στα κανονιστικά άρθρα, εκεί που πραγματικά δεσμεύεται κάποιος να κάνει κάτι, η κοινωνική διάσταση απουσιάζει σχεδόν εντελώς. Δεν προβλέπεται υποχρέωση, δεν προβλέπεται μηχανισμός, δεν προβλέπεται καν κατεύθυνση για το πώς μια επένδυση ΑΠΕ μεταφράζεται σε κάτι απτό για τον τόπο που τη φιλοξενεί. Αυτό είναι το κενό που εμείς, ως ΔΩ.ΠΡΩ.ΜΗ., επισημαίνουμε συστηματικά στον δημόσιο διάλογο για το πλαίσιο.
Το εργαλείο υπάρχει ήδη. Λείπει η απόφαση να εφαρμοστεί. Ο θεσμός των Ενεργειακών Κοινοτήτων, με τον Ν. 4513/2018 (ΦΕΚ Α’ 9/2018) και την επέκτασή του με τον Ν. 5037/2023 (ΦΕΚ Α’ 78/2023) στις Κοινότητες Ανανεώσιμης Ενέργειας (ΚΑΕ), σε εναρμόνιση με την Οδηγία 2018/2001 (RED II), δίνει ήδη σε δήμους, αναπτυξιακούς οργανισμούς, δημοτικές επιχειρήσεις και συνεταιρισμούς πολιτών τη δυνατότητα να συμμετέχουν ουσιαστικά σε έργα ΑΠΕ, όχι ως θεατές αλλά ως συνιδιοκτήτες ή ως άμεσα ωφελούμενοι μέσω ενεργειακού συμψηφισμού. Είναι ένα εργαλείο που θα μπορούσε να αλλάξει εντελώς τη σχέση ενός νησιού με τις εγκαταστάσεις ΑΠΕ που φιλοξενεί, από βάρος που υφίσταται σε πόρο που διαχειρίζεται.
Το σχέδιο ΕΧΠ-ΑΠΕ, όμως, δεν χρησιμοποιεί αυτό το εργαλείο ως μοχλό πολιτικής. Δεν θέτει καμία διάταξη που να θεσμοθετεί υποχρεωτικό τοπικό όφελος, δεσμευτική συμμετοχή ΟΤΑ ή κίνητρο ένταξης ΚΑΕ. Είναι θεμελιώδες κενό, ειδικά για τον νησιωτικό χώρο, όπου η αρχή που θα έπρεπε να ισχύει είναι απλή: ο τόπος που αναλαμβάνει το βάρος της ενεργειακής υποδομής δικαιούται άμεσο όφελος, όχι γενική αντιστάθμιση. Η συμμετοχή του ΟΤΑ στο κεφάλαιο ή στα έσοδα ενός έργου είναι αυτή που δημιουργεί πραγματικό όφελος. Στη Ρόδο, όπως και σε κάθε μη διασυνδεδεμένο σύστημα, η ενέργεια που παράγεται καταναλώνεται τοπικά. Η απαίτηση να επιστρέφει μέρος της αξίας της στην τοπική κοινωνία δεν είναι πολιτικό αίτημα, είναι λογική αντιστοίχιση του τοπικού κόστους με τοπικό όφελος. Δεν είναι, εξάλλου, αίτημα χωρίς προηγούμενο. Ανάλογα μοντέλα υποχρεωτικής κοινοτικής συμμετοχής εφαρμόζονται ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και αναγνωρίζονται από την ίδια την Οδηγία RED III (2023/2413) ως εργαλεία κοινωνικής αποδοχής της ενεργειακής μετάβασης.
Δεν μιλάμε για αντίθεση στις ΑΠΕ. Η υπόθεση της Σορωνής δείχνει καθαρά πως τα Δωδεκάνησα έχουν πραγματικό, άμεσο ενεργειακό συμφέρον από την ανάπτυξή τους, όσο η ηλεκτρική διασύνδεση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Μιλάμε για το πώς αναπτύσσονται και ποιος έχει προτεραιότητα. Μια κοινωνική διάσταση με ουσία θα σήμαινε θεσμικά διαφυλαγμένο ηλεκτρικό χώρο σε κάθε μη διασυνδεδεμένο νησί για έργα αυτοκατανάλωσης νοικοκυριών, αγροτών, μικρών επιχειρήσεων και ενεργειακών κοινοτήτων, πριν αυτός δεσμευθεί εξ ολοκλήρου από μεγάλα εμπορικά έργα. Θα σήμαινε υποχρέωση κάθε μεγάλου έργου ΑΠΕ σε δημόσια γη ή θαλάσσιο χώρο να παραχωρεί στον οικείο ΟΤΑ άμεση συμμετοχή στο κεφάλαιο ή στα έσοδα του έργου, με πόρους που κατευθύνονται με διαφάνεια σε συγκεκριμένο προορισμό, όπως η μείωση δημοτικών τελών, η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, η ύδρευση και ο δημοτικός φωτισμός. Τίποτα από αυτά δεν είναι ξένο προς τη λογική της ενεργειακής μετάβασης. Αντιθέτως, την ενισχύει, γιατί μια μετάβαση χωρίς κοινωνική αποδοχή στον τόπο που συντελείται είναι μετάβαση με ημερομηνία λήξης, καθυστερήσεις αδειοδότησης και συγκρούσεις.
Υπάρχει κι ένας δεύτερος πυλώνας που το ΕΧΠ-ΑΠΕ οφείλει να αντιμετωπίσει με την ίδια βαρύτητα που αντιμετωπίζει τη χωροθέτηση, την αποθήκευση ενέργειας. Χωρίς επαρκή δυνατότητα αποθήκευσης, μεγάλο μέρος της παραγωγής από ΑΠΕ απλώς περικόπτεται και δεν αξιοποιείται. Στα μη διασυνδεδεμένα νησιά της Δωδεκανήσου το ζήτημα είναι ακόμη πιο κρίσιμο, γιατί το τοπικό σύστημα πρέπει να ισορροπεί μόνο του, ώρα με την ώρα. Χωρίς τοπική αποθήκευση, η ηλιακή παραγωγή του μεσημεριού δεν καλύπτει τη ζήτηση μετά τη δύση του ήλιου, και το κενό αυτό το καλύπτουν σήμερα οι ρυπογόνες εφεδρικές μονάδες, όπως αυτές της Σορωνής. Το ΕΧΠ-ΑΠΕ χρειάζεται ρητή πρόβλεψη που να συνδέει την αδειοδότηση νέων έργων παραγωγής σε τέτοια νησιά με αντίστοιχη ανάπτυξη τοπικής αποθήκευσης.
Υπάρχει, τέλος, και ο τουρισμός. Στα Δωδεκάνησα δεν είναι λεπτομέρεια που πρέπει να διαχειριστεί το ΕΧΠ-ΑΠΕ ως εμπόδιο, είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε χωροθέτηση πρέπει να σχεδιάζεται. Οι σύγχρονες εμπορικές ανεμογεννήτριες έχουν σημαντικό ύψος και οπτική εμβέλεια, και η χωροθέτησή τους σε νησιωτικές κορυφογραμμές χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μη λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τον τουρισμό, ακόμη κι όταν τηρούνται τα τυπικά όρια όχλησης. Δεδομένου του υψηλού αιολικού δυναμικού του Αιγαίου, η αξιοποίηση του θαλάσσιου χώρου σε κατάλληλες ζώνες θα πρέπει να προκριθεί ως κύρια κατεύθυνση για τη χωροθέτηση νέων αιολικών, ώστε να αποσυμπιέζεται ο περιορισμένος και πολύτιμος χερσαίος χώρος των νησιών. Η φέρουσα ικανότητα δεν μετριέται μόνο σε ποσοστό εδάφους, μετριέται και σε αντοχή του τοπικού οικονομικού μοντέλου.
Ως ΔΩ.ΠΡΩ.ΜΗ., δεν ζητάμε την απόρριψη του ΕΧΠ-ΑΠΕ. Στηρίζουμε την ενεργειακή μετάβαση και τη μείωση της εξάρτησης από ρυπογόνες μονάδες παραγωγής, και η υπόθεση της Σορωνής είναι η πιο πρόσφατη υπενθύμιση γιατί αυτό έχει σημασία. Αντιτιθέμεθα όμως στον άναρχο και αδιαφανή τρόπο υλοποίησής της, χωρίς σχέδιο για την κοινωνική της διάσταση και χωρίς αντίστοιχο σχέδιο για την αποθήκευση που τη στηρίζει.
Ζητάμε κάτι πιο απλό και, ταυτόχρονα, πιο αναγκαίο. Το ΕΧΠ-ΑΠΕ να αντιμετωπίσει τα νησιά της Δωδεκανήσου ως αυτό που πραγματικά είναι, χώρο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά φέρουσας ικανότητας, με κυρίαρχη τουριστική οικονομία, και με κοινωνίες που έχουν δικαίωμα να είναι συνδιαμορφωτές, όχι απλώς αποδέκτες, της ενεργειακής μετάβασης που συντελείται στη γη τους.
Η διαβούλευση έχει κλείσει, αλλά το πλαίσιο δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Αυτό το ενδιάμεσο διάστημα είναι ακριβώς η στιγμή που πρέπει η κοινωνική διάσταση, και η αποθήκευση που την καθιστά εφικτή, να περάσουν από τις παρατηρήσεις στο τελικό κείμενο. Ο σχεδιασμός της ενέργειας δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα. Είναι, πρωτίστως, ζήτημα του ποιος αποφασίζει και ποιος επωφελείται.
Αυτό δεν αφορά μόνο την ενέργεια, αφορά τον τρόπο που η χώρα σχεδιάζει, συνολικά, τον χώρο της. Το τοπικό πρέπει, επιτέλους, να γίνει ολιστικό.
Με εκτίμηση,
Για την Παράταξη ΔΩ.ΠΡΩ.ΜΗ.
Γεράσιμος Παρασκευάς
























