Λιανεμπόριο: Ο τζίρος ανεβαίνει, αλλά η πραγματική κατανάλωση πιέζεται

Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ο κύκλος εργασιών στο σύνολο των επιχειρήσεων του λιανικού εμπορίου κατέγραψε αύξηση κοντά στο 3% το β’ τρίμηνο του έτους. Ωστόσο, πίσω από την άνοδο των ονομαστικών μεγεθών, η εικόνα της πραγματικής κατανάλωσης εμφανίζεται λιγότερο ευοίωνη.  

Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο κύκλος εργασιών στο σύνολο των επιχειρήσεων του τομέα λιανικού εμπορίου ανήλθε το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε 20.168.125 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 2,8% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025, όταν είχε διαμορφωθεί σε 19.616.474 ευρώ.

Για τις επιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου, εξαιρουμένων των κλάδων οχημάτων, τροφίμων και καυσίμων, ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε 7.203.563 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 1,2% έναντι των 7.121.488 ευρώ του αντίστοιχου τριμήνου του 2025.

Οι δραστηριότητες με τη μεγαλύτερη αύξηση

Τη μεγαλύτερη άνοδο στον κύκλο εργασιών κατέγραψαν:

  • το λιανεμπόριο μεταχειρισμένων ειδών σε καταστήματα, με αύξηση 22,8%, και
  • το λιανεμπόριο ιατρικών και ορθοπεδικών ειδών σε ειδικευμένα καταστήματα, με αύξηση 21,6%.

Στον αντίποδα, η μεγαλύτερη υποχώρηση καταγράφηκε στην πώληση μηχανοκίνητων οχημάτων, όπου ο κύκλος εργασιών μειώθηκε κατά 14,8%.

Στο σύνολο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, εξαιρουμένων των κλάδων οχημάτων, τροφίμων και καυσίμων, ο τζίρος του β’ τριμήνου ανήλθε σε 5.395.707 ευρώ, αυξημένος κατά 2% σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2025, όταν είχε διαμορφωθεί σε 5.289.130 ευρώ.

Σε επίπεδο πρώτου εξαμήνου, ο ονομαστικός κύκλος εργασιών στο λιανεμπόριο, πλην τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων, ανήλθε σε 13,1 δισ. ευρώ, από 12,9 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Ουραγός στην αγοραστική δύναμη η Ελλάδα

Παρά την άνοδο του τζίρου, η εικόνα που διαμορφώνεται στην αγορά δεν είναι εξίσου θετική όταν εξεταστεί η πραγματική αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών.

Ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς, σχολιάζοντας τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, επισημαίνει ότι «η πραγματική εικόνα της αγοράς είναι διαφορετική». Πίσω από την αύξηση του κύκλου εργασιών βρίσκεται η συνεχιζόμενη πίεση στην πραγματική κατανάλωση, καθώς οι υψηλές τιμές εξακολουθούν να περιορίζουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και να επιβαρύνουν τη λειτουργία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Μια εικόνα της κατάστασης δίνουν και τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το προηγούμενο έτος. Το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, σε όρους αγοραστικής δύναμης, βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο της Ε.Ε., μαζί με τη Βουλγαρία. Η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα είναι κατά 32% χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με την απόσταση να παραμένει σημαντική.

Ελαφρώς καλύτερη είναι η εικόνα στη Λετονία, όπου η αγοραστική δύναμη βρίσκεται 29% κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Στον αντίποδα, το Λουξεμβούργο καταγράφει επίπεδο 39% υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η Ιρλανδία 38% και η Ολλανδία 33%.

Ακόμη και αν συνυπολογιστεί το υψηλό επίπεδο φοροδιαφυγής, το οποίο επηρεάζει την αποτύπωση των πραγματικών οικονομικών μεγεθών, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα σε σχέση με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου που βρέθηκαν επίσης αντιμέτωπες με τις έντονες συνέπειες της κρίσης χρέους κατά την προηγούμενη δεκαετία.

Ενδεικτικά, η αγοραστική δύναμη διαμορφώνεται στο 81% του ευρωπαϊκού μέσου όρου στην Πορτογαλία, στο 92% στην Ισπανία και στο 96% στην Ιταλία.

Αντίστοιχη εικόνα προκύπτει και από τον δείκτη της τελικής καταναλωτικής δαπάνης. Στην Ελλάδα βρίσκεται στο 80% του μέσου όρου της Ε.Ε., γεγονός που αποτυπώνει ότι, σε όρους πραγματικής ατομικής κατανάλωσης, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα από τον μέσο Ευρωπαίο.

Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για το λιανεμπόριο, καθώς καταδεικνύει ότι η αύξηση του ονομαστικού τζίρου δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη ενίσχυση της πραγματικής κατανάλωσης. Μέρος της ανόδου μπορεί να συνδέεται με το υψηλότερο επίπεδο τιμών, περιορίζοντας την πραγματική αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών.

Οι τιμές συνεχίζουν να παίρνουν την ανηφόρα

Την ίδια στιγμή, οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να επιβαρύνουν το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ οι ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες παραμένουν.

Ο Σεπτέμβριος αναμένεται να αποτελέσει έναν δύσκολο μήνα για τα ελληνικά νοικοκυριά, καθώς η ενεργειακή κρίση εξακολουθεί να αφήνει το αποτύπωμά της στην οικονομία. Παράλληλα, οι ανατιμήσεις του Αυγούστου απειλούν να περιορίσουν το όφελος από τις μειώσεις τιμών που αναμένεται να δουν οι καταναλωτές στα ράφια από τις αρχές του μήνα.

Οι νέες αυξήσεις έρχονται, άλλωστε, πάνω σε ένα ήδη υψηλό επίπεδο τιμών. Οι τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, μετά το ισχυρό πληθωριστικό κύμα που ακολούθησε την ενεργειακή κρίση του 2022, δεν έχουν επιστρέψει στα προγενέστερα επίπεδα.

Την ίδια στιγμή, οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος έχουν εκ νέου ανοδική πορεία, υπό την επίδραση ενός συνδυασμού παραγόντων. Η κρίση στη Μέση Ανατολή αυξάνει την αβεβαιότητα στις ενεργειακές αγορές, ενώ η αυξημένη ζήτηση σε συνδυασμό με τη μειωμένη προσφορά εντείνει τις πιέσεις. Παράλληλα, ο θερινός καύσωνας και η λειψυδρία έχουν οδηγήσει μονάδες κρίσιμες για την ευστάθεια του συστήματος και τη συγκράτηση των τιμών εκτός λειτουργίας.

Πάνω από τα 50 ευρώ το φυσικό αέριο

Στο ίδιο περιβάλλον, το φυσικό αέριο στον ευρωπαϊκό κόμβο αναφοράς TTF παραμένει σε επίπεδα άνω των 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Ο CEO της Uniper, Michael Lewis, εκτίμησε πρόσφατα πως όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά για τη ναυσιπλοΐα, οι τιμές στο TTF θα συνεχίσουν να κινούνται μεταξύ 50 και 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι όσο οι τιμές παραμένουν σε αυτά τα επίπεδα, δεν είναι βέβαιο ότι η Γερμανία θα καταφέρει να αυξήσει τα αποθέματα φυσικού αερίου στο 70% έως τις αρχές Νοεμβρίου, από 48% που βρίσκονταν στις 9 Αυγούστου.

Ανάλογη ανησυχία εξέφρασε δύο ημέρες αργότερα και ο διευθύνων σύμβουλος της RWE, Markus Krebber, επισημαίνοντας ότι η Γερμανία οδεύει προς τον χειμώνα με τα αποθέματα φυσικού αερίου στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης να βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας πενταετίας.

Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους για το κόστος ενέργειας και, κατ’ επέκταση, για την οικονομία.

Εάν οι υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν θα επιβαρύνουν μόνο το ενεργειακό κόστος νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Θα μπορούσαν να ασκήσουν πρόσθετες πιέσεις στο κόστος μεταφορών, τροφίμων και υπηρεσιών, ενώ σε δεύτερο χρόνο ενδέχεται να επηρεάσουν και τις μισθολογικές απαιτήσεις.

Η αύξηση του τζίρου στο λιανεμπόριο, συνεπώς, δεν αρκεί για να περιγράψει την κατάσταση στην αγορά. Το κρίσιμο μέγεθος είναι η πραγματική ζήτηση και το κατά πόσο τα νοικοκυριά μπορούν να διατηρήσουν την κατανάλωσή τους σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές παραμένουν υψηλές και το ενεργειακό κόστος επανέρχεται ως παράγοντας αβεβαιότητας.

Πηγή: reporter.gr

Χρησιμοποιήστε τα πλήκτρα βέλους πάνω και κάτω για να αλλάξετε το μέγεθος του πίνακα του πλαισίου meta box.

Χρησιμοποιήστε τα πλήκτρα βέλους πάνω και κάτω για να αλλάξετε το μέγεθος του πίνακα του πλαισίου meta box.

Δημοφιλή

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Έως τις 15 Σεπτεμβρίου οι αιτήσεις για το πρόγραμμα των 16 εκατ. ευρώ για επενδύσεις στα αλιευτικά σκάφηΕνίσχυση έως 85% – Στο επίκεντρο η...

Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων υπενθυμίζει στους επαγγελματίες...

Παράταση προθεσμίας και διεύρυνση κριτηρίων χρηματοδότησης για την «Ανακαίνιση Κατοικίας»

Από τα Γραφεία Τύπου των Υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και...

Νέοι κανόνες για τους απλήρωτους λογαριασμούς ρεύματος – Όλη η διαδικασία

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαδικασία που καθιερώνεται για τους...

Στις 8 Σεπτεμβρίου η υπογραφή Ελλάδας – Ιταλίας για την πρόσκτηση δύο ιταλικών φρεγατών τύπου FREMM

   Την Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026 πρόκειται να υπογραφεί η...